Από το μυθιστόρημα : Για τους καρπούς της ακακίας. Σταματία Καραγεωργίου - Πάπιστα.
...
Είχε σχεδόν περάσει ο πρώτος χειμώνας της Κατοχής κι η πείνα είχε ήδη ξαμοληθεί σαν άγριο θεριό, όταν φάνηκε στο κατόφλι της Ευγενίας ο Προκόπης. Τη φώναξαν μιά νύχτα που είχε φοβερούς πόνους από κολικό του νεφρού. Βογκούσε ασταμάτητα και σπάραζε σαν το σφαχτό. Τον φρόντισε όπως ήξερε, Με τα βοτάνια στο ένα χέρι και το κομποσχοίνι στο άλλο, Ήτανε μέρος της φροντίδας της κι η προσευχή. Πάντα καλούσε την Παναγία να αναλάβει τους αρρώστους. Κι εκείνη συνήθως δεν της χάλαγε χατίρι.
...
Ο Προκόπης έμενε δύο πόρτες πιο πέρα. Μόνο που η δικιά του πόρτα ξεχώριζε απ' τις άλλες της γειτονιάς. Ήταν μεγάλη, πολύ μεγάλη και σφαλιστή. Κι όσο προχωρούσε η Κατοχή, η πόρτα του Προκόπη γίνονταν μεγαλύτερη και πιο σφαλισμένη. Ήταν γνωστός μαυραγορίτης. Αμέσως τα 'χε κάνει πλακάκια με την καινούρια εξουσία του τόπου, γερμανική και βουλγάρικη, που τον άφηνε και αλώνιζε όταν από άλλους δεν δίσταζαν ν' αρπάξουν ότι έβρισκαν μέχρι και το τελευταίο ψίχουλο. Είχε ήδη συγκεντρώσει αρκετό μίσος πάνω του και πολλοί της μουρμούρισαν από τη γειτονιά <<να την αφήσει να ψοφήσει τη βδέλλα>>, έτσι τον λέγανε. Αλλά η Ευγενία δεν σήκωνε αστεία με τα γιατρικά της. <<Δώρο το έλαβα το χάρισμα, δώρο και θα το δίνω στον καθένα όποιος κι αν είναι, Κι ας το κρίνει ο Θεός>>, απαντούσε.
Τη νύχτα που πέρασε στο προσκεφάλι του Προκόπη τις μισές προσευχές τις είπε για λόγου της. Κάθε φορά που, πάνω στην κούραση, στο μυαλό της ξανάρχονταν οι προτροπές << να την αφήσει να ψοφήσει τη βδέλλα>>, έπιανε το <<Κύριε ελέησον>> και θυμότανε την ακακία της που σκορπά το άρωμά της τριγύρω χωρίς διακρίσεις , σε καλούς και σε κακούς. Μαλάκωνε σιγά σιγά η ψυχή, σαν το σπόρο της ακακίας, κι άφηνε τον Θεό να κρίνει τους ανθρώπους.
