Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Κήρυγμα την Κυριακή του Ασώτου



«… ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς» [1]. Και ζούσαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι στην πλούσια φάρμα τους. Είχαν πολλά κτήματα, κοπάδια, εργάτες αλλά και δούλους κατά τη συνήθεια της εποχής. Αυτό που έκανε ευτυχισμένη την οικογένεια αυτή δεν ήταν τόσο η υλική ευμάρεια όσο η αγάπη του Πατέρα. Όλοι, όχι μόνο οι γιοι, αλλά και οι εργάτες, οι δούλοι τον αισθανόντουσαν σα δικό τους Πατέρα. Το αγρόκτημά τους βέβαια δεν ήταν απομονωμένο από τον κόσμο. Έτσι, πολλοί έμποροι, εργάτες, διάφοροι τεχνίτες πηγαινοέρχονταν πολύ συχνά. Ήταν όλοι ευγενικοί ιδιαίτερα προς τον Πατέρα δείχνοντάς του μεγάλο σεβασμό.
Κάποιοι όμως από αυτούς άρχισαν σιγά-σιγά να έχουν ιδιαίτερες συζητήσεις με τον μικρότερο γιο. Εκεί έδειχναν ένα διαφορετικό πρόσωπο και μία αντιπάθεια προς τον Πατέρα. «Είστε πολύ πίσω σε αυτή τη φάρμα!» του έλεγαν, «Καταπιέζεστε συνέχεια χωρίς να χαίρεστε καθόλου. Όλη μέρα δουλειά» -«Μα ο Πατέρας μας έμαθε ότι το ψωμί είναι πιο γλυκό όταν είναι ζυμωμένο με ιδρώτα» ανταπαντούσε ο μικρότερος γιος. -«Ο Πατέρας σου ζει στην εποχή του Κολοκοτρώνη. Σήμερα το ψωμί είναι πιο γλυκό όταν είναι ζυμωμένο με επιδοτήσεις, δάνεια, μετοχές. Δουλεύεις λίγο, μπαίνεις σε πρόγραμμα, παίρνεις επιδότηση, δηλώνεις και κάτι παραπάνω και είσαι μια χαρά χωρίς να χρειάζεται να τρως τα νιάτα σου στα χωράφια. Κι αν είσαι και λίγο σπίρτο, παίζεις και στο χρηματιστήριο. Με ένα τηλεφώνημα θα βγάζεις όσα ο Πατέρας σου δε βγάζει ούτε σε ένα χρόνο!» -«Ναι, αλλά εμείς χαιρόμαστε όλοι μαζί ακόμη και την δουλειά! Είμαστε αγαπημένοι, είμαστε οικογένεια!». –«Αυτή είναι η μεγάλη σου φυλακή και δεν το κατάλαβες» του απαντούσαν. «Ποια οικογένεια; Ακόμη εκεί είσαι στις δεσμεύσεις, τα βάσανα, τις υποχρεώσεις; Για να είσαι με μια γυναίκα, να έχεις παιδιά δεν είναι ανάγκη να την παντρευτείς κιόλας! Αυτά είναι ξεπερασμένα στην εποχή μας.» «Μα, αυτό είναι αμαρτία, μετά δε θα Κοινωνώ!» «Καλά μη μας πεις ότι εξομολογείσαι κιόλας; Και ποιος είναι ο παπάς που θα πας να του πεις τις αμαρτίες σου; Αυτός δηλαδή καλύτερος είναι από σένα και θα τον βάλεις κριτή της ζωής σου! Τι θα πει Κοινωνάς; Επειδή δηλαδή σε Βαπτίσανε θα πρέπει μια ζωή να πηγαίνεις Εκκλησία; Σε ρωτήσανε;».
Έκανε το λάθος ο μικρός υιός να αρχίσει το διάλογο με τους «φίλους». Κι αυτοί όπως πάντα, φρόντισαν ώστε να σπείρουν στην αρχή την αμφιβολία και στη συνέχεια να γκρεμίσουν ότι ιερό και όσιο υπήρχε μέσα του. Όταν όλα πλέον είχαν ισοπεδωθεί, τίποτα δεν τον κρατούσε στη φάρμα. Όλα ήταν εχθρικά, τα χωράφια φυλακές, κι ο Πατέρας … ο δεσμοφύλακας.
Η κατάσταση είχε φτάσει πλέον στο απροχώρητο. Μία ημέρα, με πολύ θάρρος και περισσό θράσος παρουσιάζεται στον Πατέρα του και λέει: «πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Ο Πατέρας, σεβόμενος την απόφαση του γιου του «διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον, καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν» [2].
Πήγε και βρήκε τους «σωτήρες φίλους» του και αμέσως διαπίστωσε το πόσο δίκιο είχαν. Συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια καλλιεργώντας όμως επιδοτούμενες παραγωγές. Έμαθε να κάνει δηλώσεις και το πως μπορείς να τις «διαμορφώνεις» κατάλληλα για μεγαλύτερη απόδοση. Σιγά – σιγά άρχισε να παίζει και στο χρηματιστήριο και διαπίστωσε ότι όντως με ένα τηλεφώνημα κέρδιζε πολλά χρήματα.
Η οικογένεια δεν του έλειπε καθόλου. Περνούσε πολύ όμορφα και η κοπέλα που έμεναν μαζί ήταν πολύ καλή. Η αλήθεια βέβαια είναι πως αισθάνθηκε κάπως παράξενα όταν του είπε πως ήταν έγκυος αλλά δεν ήθελε το παιδί γιατί δεν ήταν σίγουρη αν θα ήθελε να είναι μαζί του. Όταν λίγο αργότερα του είπε πως έκανε έκτρωση και στη συνέχεια τον εγκατέλειψε, έχασε τον ύπνο του κι αισθανόταν πολύ νευρικός. Πάλι όμως οι «φίλοι» του έδωσαν τη λύση. Του είπαν πως για όλα έφταιγε ο Πατέρας που τον μεγάλωσε συντηρητικά, με τύψεις. Του γνώρισαν κι έναν καλό ψυχολόγο ο οποίος πέρα από τις συζητήσεις του έδωσε κάποια αγχολυτικά και λίγα υπνωτικά χαπάκια για την ξεκούραση.
Θυμήθηκε τότε, πως κάποτε μιλούσε έτσι μόνο με τον Πνευματικό του. Όταν τον έβλεπε η ψυχή του αλλοιωνόταν. Εκείνος πότε δεν του έδωσε χαπάκια, αλλά μόνο τη Θεία Κοινωνία που τόσο πολύ του άρεσε. Βέβαια τώρα δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσει. Ακόμη και προχθές το βράδυ έβλεπε με τους «φίλους» στην τηλεόραση να διακωμωδούν τους Επισκόπους και τους παπάδες μέχρι τα μεσάνυχτα. Δεν του άρεσε βέβαια, αντέδρασε λίγο μέσα του, αλλά … τα είδε. Πάντως και με τα χαπάκια κοιμάται αρκετά καλά οπότε όλα ήταν και πάλι υπό έλεγχο.
Τα χρόνια περνούσαν και η ζωή σιγά – σιγά «έστρωνε». Είχε συνηθίσει την ελεύθερη ζωή. Καμιά άλλη έκτρωση δεν τον πείραξε όπως εκείνη η πρώτη και πλέον έμαθε να μην αγαπά κι έτσι να μην πληγώνεται στους χωρισμούς. Οι «φίλοι», του έμαθαν ακόμη ότι οι δουλειές είναι πιο αποδοτικές όταν λες και μικρά, αθώα ψέματα. «Όλοι το κάνουν, δε βλέπεις τι γίνεται» του έλεγαν. Έμαθε να λέει ψέματα, να κάνει μικροαπάτες. Παρατήρησε βέβαια πώς όσα περισσότερα ψέματα έλεγε, τόσο περισσότερο ανεκτικός γινόταν στο να του λένε ψέματα. Όσο μάθαινε να εξαπατά, τόσο απαθής έμενε όταν έπεφτε αυτός θύμα απάτης. Οι «φίλοι» όμως του είπαν πως όλα είναι μέσα στη ζωή.
Μια μέρα ήρθαν οι «φίλοι» των «φίλων» και του είπαν πως αυτοί με τους οποίους μιλούσε μέχρι τότε ήταν απατεώνες και πως αυτοί θα του δώσουν άλλους «φίλους». Του είπαν επιπλέον πως έχασε όλη την περιουσία του και χρωστούσε πολλά. Θα έπρεπε λοιπόν να δουλεύει ασταμάτητα χωρίς μισθό για να ξεχρεώσει. Ξαφνικά έχασε τα πάντα, εκτός από τους «φίλους». Γιατί ήρθαν άλλοι που του είπαν ότι αυτοί θα τον σώσουν. Μετά από αυτούς άλλοι κι άλλοι λέγοντας του το ίδιο πράγμα. «Εσύ δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Εμείς θα τα κάνουμε όλα για εσένα. Εσύ μόνο να δουλεύεις να μας πληρώνεις».
Μάλιστα του είπαν κι ένα μυστικό. Ο Πατέρας του, είχε πολλούς γνωστούς, χρήματα και ισχύ που θα μπορούσε να τον βοηθήσει και να τιμωρήσει αυτούς που τον «αδίκησαν». Αλλά δεν ήθελε να τον βοηθήσει! Πολλές φορές ο μικρός γιος έφτασε μέχρι το πατρικό αγρόκτημα και είδε τον Πατέρα έξω να περιμένει, αλλά δεν τον πλησίασε. Συνάντησε κάποιους εργάτες που είχαν πάει για δουλειές στην πόλη και του είπαν ότι πράγματι ο Πατέρας τον περίμενε, αλλά ποτέ δεν έδωσε εντολή να τον αναζητήσουν, ή να του στείλουν κάποια βοήθεια. Μόνο τον περίμενε! Αυτό εξόργισε το μικρό γιο γιατί είδε ότι ο Πατέρας του ήταν πράγματι «σκληρός, εγωιστής, άδικος» όπως του έλεγαν πάντοτε οι «φίλοι» του!
Ας ελπίσουμε πως κι αυτός ο άσωτος θα επιστρέψει στην Πατρική εστία όπως ο άσωτος της παραβολής του Χριστού.
π. Χριστοφόρος Χριστοφόρου


[1] Λουκά 15,11
[2] Λουκ. 15,12..13